18/07/2009

Σονάτα του Σεληνόφωτος, Γιάννης Ρίτσος

















[ Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δυο – τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο.] :

Άφησέ με νάρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άϋλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Θα καθήσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κ’ έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
( δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου ).
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά,
ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει -
μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
ή ν’ ανεμίσει διάπλατα σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι εργάτες στ’ αντικρυνό γιαπί
ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου,
ποτέ μου δε φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξη
ν’ απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 –
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια,
( συχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια ) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σούλεγα για την πολυθρόνα -
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα -
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα πού καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθησαν
άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κ’ εσύ κι όπως κ’ εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


. . .

06/06/2009

Τα παιδιά με τα κλωνάρια, Άγγελος Τερζάκης




















Ήταν η ώρα του σούρουπου. Ένα ζευγάρι, αντρόγυνο, στην ώρα του σούρουπου κι εκείνο, κατέβαινε τη λεωφόρο πιασμένο μπράτσο, καθώς πορεύονταν τα ζευγάρια κάποιον άλλο καιρό. Το βάδισμά του ήταν κανονικό και λιγάκι βαρύ, ανάλογο με την ηλικία. Οι δυο μαζί πρέπει να έστριβαν τον κάβο του αιώνα.

Σε μια στιγμή, ξαφνικά μέσ’ από το μενεξελί σύθαμπο, ξεπροβαίνει μπροστά τους, σ’ αντίθετη φορά, μια ανάλαφρη παρέα: Κοριτσόπουλα και παιδαρέλια ανάμεσα στα δεκάξη και τα δεκαοχτώ τους. Γύριζαν από κάποιον εξοχικό περίπατο ή εκδρομή, γιατί κρατούσαν κλωνάρια, πρασινάδες, και τα κορίτσια είχαν σφιγμένα τα λιανά τους, σβέλτα πόδια σε παντελόνια. Ούτε λουλούδια αγκαλιές, ούτε μπουκέτα. Καμιά διάχυση σε χρώματα κι αρώματα.Ίσα ίσα δυο τρία κλαριά, σύμβολα στεγνά, ένα είδος μαρτυρίας λακωνικής του τόπου απ’ όπου έρχονταν. Η γενιά αυτή αγαπάει τη βραχυλογία, την κοφτή και σχεδόν βλοσυρή υποδήλωση, κάθε μεγαλοστομία τη σιχαίνεται, ακόμα και στα λουλούδια, που είναι για τον άνθρωπο η πιο έμφυτη ερωτική αλληγορία. Η φτερωμένη διμοιρία προχωρούσε σε ιδιότυπο σχηματισμό: Μπροστά τα κορίτσια, ξοπίσω τους τ’ αγόρια. Ήταν βέβαια ένα αυτοσχέδιο, καινούργιο εθιμοτυπικό που τα είχε συντάξει έτσι, όχι η παλιά πρόληψη για διαχωρισμό των εριφίων από τα πρόβατα. Το έβρισκαν φαίνεται πιο πρακτικό ή και πιο σύμφωνο με τον αντιλυρικό τους κόσμο. Το ζευγάρωμα είναι μια φυσιολογική λειτουργία και τίποτ’ άλλο – άρα μια στιγμή.

Οι δυο γενιές – το ζευγάρι, η διμοιρία – αντικρύστηκαν, αντιπέρασαν. Όμως, στα μάτια του πρώτου, είχε απομείνει ένα ξάφνιασμα, κάτι σα μυστικό χτύπημα στο μέτωπο, από κείνα που σε κάνουν μονομιάς να ξυπνήσεις αντίκρυ σ’ ένα νέο όραμα της ζωής.Στάθηκαν, γύρισαν κατά πίσω τα κεφάλια τους, κοίταξαν το σχηματισμό που ξεμάκραινε στο λιθόστρωτο με το γοργό, ρυθμικό του βήμα. Ξεκίνησαν πάλι. Είχες τώρα την εντύπωση πως το ζευγαρωμένο βάδισμά τους είναι λιγάκι πιο βαρύ.

- Είδες τα κορίτσια; είπε ο ένας. Πώς μας κοίταξαν!
- Αυτά πρόσεξα κι εγώ, έκανε η άλλη.

Αυτό τους είχε ξαφνιάσει. Όχι η αντίθεση στα χρόνια, το χτυπητό δίπτυχο που φέρνει, σε κάποια γραμμένη στιγμή, αντιμέτωπες τις γενιές. Εκείνο που τους είχε κρούσει, ήταν ο τρόπος που τους κοίταξαν τα κορίτσια μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα ώσπου ν’ αντιπεράσουν. Ίσια στα μάτια, αδίσταχτα, καρφωτά. Και με κάτι σαν ατάραχη αναμέτρηση, που τη στόμωνε αδιόρατα ένας ίσκιος δροσερής ειρωνείας.

Αναπόλησαν τότε άλλα αντικρύσματα, σε χρόνια περασμένα, πάλι ανάμεσα σε ηλικίες που έρχονταν και που έφευγαν. Ήταν διαφορετικά, πολύ διαφορετικά για να τα έχουν λησμονήσει. Αναθυμήθηκαν μάτια χλωρά, σαν και τούτα που είχαν τώρα δα περάσει, μονάχα λιγότερο αλύγιστα, μπορεί και λιγότερο σκληρά. Θέλησαν να είναι δίκαιοι, όσο τους περνούσε από το χέρι. Πιάσανε να εξηγούν, να σχολιάζουν. « Εμείς, είπανε, κοιτάζαμε τους μεγάλους με συστολή, σεβασμό. Τι ήταν ο σεβασμός; Μια ανατροφή που μας είχανε δώσει. Μέσα στα μάτια μας θάμπιζε η επίγνωση πως δεν ξέρουμε όσα ξέρουν εκείνοι, ένα δείλιασμα μπροστά στην υπεροχή. Αυτή η υπεροχή σήμερα σώζεται; Ας κάνουμε τον έλεγχό της δίχως προκατάληψη ».

Αυτά τα παιδιά βγαίνουν από έναν πόλεμο δίχως προηγούμενο. Έναν πόλεμο που απογύμνωσε όλες τις αξίες. Χωρίς να το ξέρουμε, χωρίς να το υπολογίσουμε, χωρίς να το καλοσκεφτούμε, βάλαμε σ’ αυτόν την τιμή μας. Διακηρύξαμε αρχές και τις ξεγράψαμε, επιχειρήσαμε να διορθώσουμε τον κόσμο και τον καταντήσαμε χειρότερο από πριν. Υπάρχει εδώ ένα θέμα κύρους, που μονάχοι μας το κλονίσαμε. Ο σεβασμός είναι άγραφος νόμος, μια τάξη αναγκαία για την ισορροπία της ζωής, εξασφαλίζει την ομαλή διαδοχή, οργανώνει εσωτερικά τον καινούριο κι ορμητικό φορέα της. Δεν είναι όμως προνόμιο, επιταγή δίχως αντίκρυσμα. Η υπεροχή δεν μπορεί να σταθεί σαν κάτι δεδομένο. Πρέπει να έχει τα πειστήριά της πάντοτε έτοιμα, ακόμη κι αν δεν της τα ζητήσει ποτέ κανένας. Διαφορετικά, γίνεται αυθαιρεσία, πρόληψη, ταμπού, ωμό δίκαιο του συμπτωματικά και πρόσκαιρα ισχυρότερου. Ήταν ένας καιρός, πραγματικά, όπου ο σεβασμός αξιωνόταν με το έτσι θέλω από εκείνον που τύχαινε να έχει ένα χρονικό και μόνο προβάδισμα. Ο κόσμος γνώρισε πρεσβύτερους ανάξιους, που απαιτούσαν το σεβασμό μόνο και μόνο γιατί έτσι τους συνέφερε και γιατί είχαν την εξουσία να τον επιβάλουν. Ο καιρός αυτός, ας το πάρουμε απόφαση, έχει περάσει.

Πάει ο καιρός όπου ένα επιτήδειο μηδενικό απαιτούσε το σεβασμό, επειδή κατάφερε να σκαρφαλώσει σε μια καθέδρα. Όλο και περισσότερο, από δω κι εμπρός, ο διδάσκων θα κρίνεται, ο ηγέτης θα ελέγχεται, ο γονιός θα πρέπει να δείχνεται άξιος της αποστολής του. Η αντίληψη πως έτσι και κατόρθωσες να «φτάσεις» δεν έχεις πια για τίποτα να γνοιαστείς ανήκει στην ιστορία. Ανατέλλει μια εποχή όπου ο κάθε ενδιαφερόμενος θα ξέρει πως το δύσκολο δεν είναι ν’ ανέβεις, αλλά να σταθείς. Πως η πολιτεία σου και μόνη θα σε στηρίζει, όχι ο τίτλος.

Μέσα στα μάτια εμάς των παλαιότερων, που χαμηλώνονταν μπροστά στον οποιοδήποτε πρεσβύτερο με συστολή, έβλεπες την ωραία νεανική σεμνότητα, αλλά έβλεπες συχνά και τη θολή υποκρισία και τη μωρία. Έβλεπες μια παθητική συμμόρφωση με μια σύμβαση. Πολλές φορές τη φοβισμένη υποταγή σε μιαν επικρεμάμενη φοβέρα. Δε σεβόμασταν πάντα όλους εκείνους που τους δείχναμε σεβασμό. Και συχνά «σεβόμασταν» εκείνους που θα έπρεπε ν’ αγαπάμε, να εκτιμούμε ή και να θαυμάζουμε, επειδή μας έπεισαν, επειδή δείχτηκαν άξιοι της αγάπης μας ή του θαυμασμού μας. Αν η υποταγή εκείνη στην ανεξέλεγκτη αυθεντία δεν ήταν τόσο τυφλή, συμβατική, μπορεί και ο κόσμος σήμερα να μην είχε ξεστρατίσει τόσο στην ασέβεια. Η σημερινή ανταρσία είναι, σ’ ένα τουλάχιστον ποσοστό της, έργο των σύγχρονων γονιών, που θέλησαν ν’ αντιδράσουν, συχνά ασύνειδα, στην παλιά εκείνη τάξη πραγμάτων. Καταπιεζόμενοι της χτες, έπεσαν σ’ έναν άκριτο φιλελευθερισμό απέναντι στα παιδιά τους. Τ’ άφησαν ουσιαστικά ακυβέρνητα εκεί που θα ‘πρεπε με κατανόηση και με σύνεση να χαλαρώσουν τα γκέμια.

Audiatur et altera pars. Ο αυτοέλεγχος είναι αναγκαίος. Από εκεί και πέρα, απομένει πάντα ένα περιθώριο αρκετά πλατύ, για να κακίσουμε, δικαιολογημένα πια, το θράσος της σημερινής νεολαίας. Άλλωστε όχι όλης της νεολαίας. Μιας μερίδας της, που τυχαίνει να τη συκοφαντεί ολάκερη, επειδή είναι φυσικά η πιο πολυθόρυβη και προκλητική. Η άλλη αγωνίζεται βουβά, σκυμμένη, ν’ ανασυντάξει τον κόσμο, να βρει καινούρια, στερεά ερείσματα στη ζωή. Ν’ αγαπήσει και να πιστέψει.

Οι θρασείς θα φύγουν. Θα τους αποβάλει μονάχο του το σώμα της αυριανής κοινωνίας, γιατί χρειάζεται πάντα ένας εσωτερικός νόμος, ένα ηθικό μέτρο, που να οργανώνει τη συμβίωση. Τι θ’ απομείνει από το ήθος της σημερινής νεολαίας; Μπορεί και μόνο το ξάστερο, θαρρετό τούτο βλέμμα των κοριτσιών που πέρασαν μέσα στο σούρουπο με τα κλωνάρια στο χέρι. Το βλέμμα που ξέρει να κοιτάζει ίσια, κατάματα, να μετράει και να ρωτάει. Ας τους ευχηθούμε όμως ακόμα κάτι: Σαν έρθει και γι’ αυτά η ώρα να πάρουν την άλλη κατεύθυνση στη λεωφόρο, τότε που ο κόσμος τους θα έχει ξεπεράσει πια τη σημερινή του επαναστατική αδιαλλαξία και ψυχρότητα, να μπορούν να νιώσουν την ίδια μ’ εμάς παμπάλαιη, τρυφερή αδυναμία, που κάνει τον άνθρωπο να στηρίζεται στον άνθρωπο και το ζευγάρι ν’ αποσύρεται μέσα στο σούρουπο σφιγμένο, με την άχνα γύρω του μιας τελευταίας θαλπωρής. Ίσως τότε ανακαλύψουν μιαν ανυποψίαστη ποικιλία του σεβασμού: Την ευλάβεια μπροστά στους κουρασμένους, αυτούς που δεν έχουν πια ψευδαισθήσεις, κλωνάρια, τρόπαια.

11/05/2008

Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Ποιήματα




















Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ανοίχτε μου την πόρτα αυτή που κλαίγοντας χτυπώ
η ζωή μας είναι μεταβλητή σαν τα νερά του Ευρίπου
είδες μιαν όχθη σύννεφα να κατεβαίνει
με τ’ ορφανό πλοιάριο στους πυρετούς του μέλλοντος
όμως όλες τις μεταμέλειές σου τις θλίψεις όλες τις θυμάσαι

αόριστα καμπύλα ψάρια λουλούδια του βυθού
ήταν η θάλασσα πάλαι ποτέ
και κάθε ποταμός εκεί εξαντλείται
ώ μνήμη μνήμη
ένα βράδυ μπήκα σε πανδοχείο μελαγχολικό
κοντά στο Λουξεμβούργο
στο βάθος της αίθουσας ένας Χριστός πετούσε
ένας κρατούσε μια νυφίτσα
άλλος ένα σκαντζόχοιρο
έπαιζαν τράπουλα κι εσύ με είχες λησμονήσει
θυμάσαι το πένθος των σταθμών
πολύωρο
διασχίζαμε πολίχνες με περιστροφές 24ωρες
τη νύχτα κάναν εμετό τον ήλιο της ημέρας
ώ ναύτες ώ γυναίκες σκυθρωπές
και σεις συντρόφοι μου και σεις όλα τ’ αναπολείτε

δύο ναύτες χωρίς ποτέ ν’ απομακρύνονται χωρίς ποτέ τους
να μιλούν
ο πιο μικρός ξεψύχησε γέρνοντας στο πλευρό του
ώ σεις συντρόφοι λατρεμένοι
ηλεκτρικά κουδούνια των σταθμών άσματα θεριστών
τροχοφόρα του χασάπη συντάγματα αμέτρητα των δρόμων

γέφυρες ιππικού νύχτες μπλάβες από αλκοόλ
είδα πόλεις παραλοϊσμένες θυμάσαι τα προάστια
και το γυμνό κοπάδι των τοπίων

κυπαρίσσια τεντώνοντας τον ίσκιο τους κάτω από την Εκάτη
τη νύχτα αυτή στο γέρμα του καλοκαιριού άκουσα ένα πουλί
χαύνο κι εξοργισμένο
και τον άσωστο κρότο κάποιου στενόμακρου κι άφεγγου
ποταμού
και καθώς όλα τα βλέμματα κι οι λάμψεις όλες όλων των
ματιών
κυλούσανε πεθαίνοντας στην εκβολή του ποταμού
οι όχθες έμεναν βουβές χορταριασμένες κι έρημες
και το βουνό πλημμύριζε με φως την άλλη όχθη
ύστερα σιγανά και δίχως πιθανή εξήγηση
σκιές των ζωντανών αναρριχώνταν στο βουνό λοξές ή στρέ-
φοντας
αιφνίδια τη φασματική τους όψη με τις σκιές παλλόμενες
όπως
οι ξιφολόγχες κι άλλοτε ανέβαιναν ψηλά και πάλι χαμη-
λώναν
οι οδοντωτές αυτές σκιές βογκώντας σαν άνθρωποι γλι-
στρώντας
βήμα το βήμα στο βουνό –όγκος φωτός-
άραγε ποιον ξεχώρισες στις ξέθωρες αυτές φωτογραφίες
θυμάσαι τη μέρα που μια μέλισσα ρίχτηκε στη φωτιά
Δυό ναύτες χωρίς ποτέ ν’ αφήνει ο ένας το πλευρό του άλλου
Ο μεγαλύτερος φορούσε μια σιδερένια αλυσίδα στο λαιμό
Ο μικρότερος έκανε πλεξούδες τα ξανθά του μαλλιά

Ανοίχτε μου την πόρτα αυτή που κλαίγοντας
χτυπώ
η ζωή μας είναι μεταβλητή σαν τα νερά του
Ευρίπου

06/05/2008

Λωτρεαμόν, Τα άσματα του Μαλντορόρ



















Γέρο – ωκεανέ, η τελειότητά του σφαιρικού σου σχήματος, που τόσο ιλαραίνει την αυστηρή έκφραση της γεωμετρίας, εμένα δεν μου θυμίζει παρά τα μικρά μάτια του ανθρώπου, που είναι τόσα δα, απαράλλαχτα με του αγριόχοιρου, και καταστρόγγυλα με κείνα των πουλιών της νύχτας. Ωστόσο ετούτος, από καταβολής κόσμου περνιέται για ωραίος. Πάντως εγώ υποπτεύομαι, πως αυτό το κάνει περισσότερο από φιλότιμο, και πως πραγματικά για την ομορφιά του αμφιβάλλει. Τότε, γιατί να κοιτάζει με τόση περιφρόνηση του συνανθρώπου του τη μορφή; Χαίρε ωκεανέ!

***

Γέρο – ωκεανέ, καθόλου δεν είναι απίθανο απ’ ό,τι κρύβουνε οι κόρφοι σου, να είναι ωφέλιμο για το μελλοντικό καλό του ανθρώπου. Ως τώρα, του έδωσες τη φάλαινα, αλλά δεν αφήνεις εύκολα τ’ άπληστα μάτια των φυσικών επιστημών να μαντέψουν τα χίλια μυστικά που διέπουν την ιδιαίτερη οργάνωσή σου: συ, είσαι μετριόφρων. Δεν μοιάζεις του ανθρώπου, που συνεχώς καυχιέται για τιποτένια πράματα, Χαίρε, ωκεανέ!

***
Γέρο – ωκεανέ, τα νερά σου είναι πικρά. Έχουν την ίδια γεύση της χολής, που στάζει η κριτική στις Καλές Τέχνες, στις Επιστήμες και γενικά στα πάντα. Κι αν τύχει κάποιος να είναι μεγαλοφυής, αυτοί τον βγάζουν βλάκα, και τον άλλον με το λυγερό κορμί, απαίσιο καμπούρη. Σίγουρα, ο άνθρωπος θα πρέπει να αισθάνεται έντονα την ατέλειά του, για να της κάνει τέτοια κριτική, που άλλωστε κατά τα τρία τέταρτα, οφείλεται στον ίδιο. Χαίρε ωκεανέ!

Λωτρεαμόν, Τα άσματα του Μαλντορόρ, εκδ. ΕΚΑΤΗ

30/04/2008

Άμλετ - Ουίλιαμ Σαίξπηρ


ΑΜΛΕΤ: Χα, χα. Είσαι τίμια;
ΟΦΗΛΙΑ: Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤ: Είσαι ωραία;
ΟΦΗΛΙΑ: Τι εννοεί η Εξοχότης σας;
ΑΜΛΕΤ: Πως αν είσαι τίμια και ωραία, η τιμιότητά σου δεν πρέπει να επιτρέπει πολλά πάρε-δώσε με την ομορφιά σου.
ΟΦΗΛΙΑ: Τι καλύτερη συναναστροφή, Κύριέ μου, θα μπορούσε να βρει η τιμιότητα από την ομορφιά;
ΑΜΛΕΤ: Ναι, πράγματι. Γιατί η δύναμη της ομορφιάς θα μετατρέψει αμέσως την τιμιότητα σε μαστροπό, προτού προλάβει η ισχύς της τιμιότητας να μεταφράσει την ομορφιά σε κάτι που να της μοιάζει.

17/04/2008

O σκύλος και το μπουκάλι - Σαρλ Μπωντλαίρ

- Ωραίε μου σκύλε, καλέ μου σκύλε, αγαπημένο μου σκυλάκι, πλησίασε και έλα να αναπνεύσεις ένα έξοχο άρωμα αγορασμένο στον καλύτερο αρωματοποιό της πόλης.
Και ο σκύλος, κουνώντας την ουρά του, αυτό που είναι νομίζω, σ' αυτά τα φτωχά πλάσματα, το σημάδι που αναλογεί στο γέλιο και στο χαμόγελο, πλησιάζει και χώνει με περιέργεια την υγρή του μύτη στο ξεβουλωμένο μπουκάλι' έπειτα, οπισθοχωρώντας ξαφνικά με φρίκη, γαβγίζει εναντίον μου σα να με κατηγορεί.
- Α! άθλιο σκυλί, αν σου είχα δώσει ένα πακέτο βρωμιές, θα το είχες μυρίσει με απόλαυση και ίσως καταβροχθίσει. Έτσι, εσύ ανάξιε σύντροφε της θλιβερής ζωής μου, μοιάζεις στο κοινό, που δεν πρέπει ποτέ να του παρουσιάζεις εκλεπτυσμένα αρώματα που το απελπίζουν, μα προσεχτικά διαλεγμένες βρωμιές.

Μπωντλαίρ, 20 πεζά ποιήματα, εκδ. Ίκαρος

04/04/2008

Το κυρίαρχο σκουλήκι - Έντγκαρ Άλαν Πόε


Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι,
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο,
Κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο,
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο
Τη μουσική των κόσμων.
Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι,
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν,
Και δώθε κείθε ξεπετάγονται,
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων,
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω,
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά
Την αόρατη ένα γύρω δυστυχία.
Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί,
Μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται
Απώνα πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει
Μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα,
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία
Και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή.
Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει,
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής.
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει,
Και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του,
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ,
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού,
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε.
Κι έσβυσαν,έσβυσαν με μιας όλα τα φώτα,
Κι εμπρός απ’ ολες τις τρεμουλιαστές μορφές
Η αυλαία νεκροσάβανο
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας,
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι
Σκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε
Πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος”
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι

Έντγκαρ Άλαν Πόε ποιήματα 1831-1849, εκδ. Κοροντζή

29/03/2008

H ματιά των φτωχών - Σαρλ Μπωντλαιρ



Α! θέλεις να μάθεις γιατί σε μισώ σήμερα. Θα σου είναι λιγότερο εύκολο να το καταλάβεις απ' όσο εμένα να στο εξηγήσω, γιατί είσαι νομίζω το πιο ωραίο παράδειγμα θηλυκής παχυδερμίας που μπορεί κανείς να συναντήσει.
Είχαμε περάσει μια ολόκληρη μέρα μαζί που μου είχε φανεί σα λεπτό. Είχαμε υποσχεθεί ο ένας στον άλλο πως όλες οι σκέψεις μας θα ΄τανε κοινές και πως δυο ψυχές μας από δω και πέρα δε θα 'τανε παρά μία - ένα όνειρο που δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο, στο τέλος-τέλος εκτός από το ότι, ενώ όλοι το ονειρεύτηκαν, δεν πραγματοποιήθηκε από κανένα.
Το βράδυ, λίγο κουρασμένη, θέλησες να καθίσεις σ' ένα καινούριο καφενείο που ήταν στη γωνιά μιας νέας λεωφόρου, ακόμα γεμάτης από υπόλοιπα κατεδάφισης και δείχνοντας κιόλα με μεγαλοπρέπεια τις μισοτελειωμένες πολυτέλειές της.
Το καφενείο λαμποκοπούσε. Ακόμα και το φως του γκαζιού σκορπούσε όλη την αρχική του θέρμη, και φώτιζε με όλη του τη δύναμη τους εκτυφλωτικά άσπρους τοίχους, τα λαμπερά καλύμματα των καθρεφτών, τα χρυσά στις βέργες και τις κορνίζες, τους μικρούς ακόλουθους με τα φουσκωτά μάγουλα που τους σέρνουν σκυλιά δεμένα με λουριά, τις κυρίες που γελούν στο γεράκι το σκαρφαλωμένο στη γροθιά του χεριού τους, τις νύφες και τις θεές που χουν στο κεφάλι τους φρούτα, πίτες και κυνήγι, τις Ήβες και τους Γανυμήδηδες να προτείνουν με τεντωμένο μπράτσο το μικρό αμφορέα για το βαθαρέζικο τσάι, ή το δίχρωμο οβελίσκο των ανάμεικτων παγωτών. Όλη η ιστορία και η μυθολογία στην υπηρεσία της λαιμαργίας.
Ίσια μπροστά μας, πάνω στο δρόμο, ήταν στημένος ένας ανθρωπάκος καμιά σαρανταριά χρονών, με κουρασμένο πρόσωπο, με γκριζωπά γένια, κρατώντας με το ένα χέρι ένα μικρό αγόρι και μεταφέροντας με το άλλο ένα μικροσκοπικό πλάσμα, υπερβολικά αδύνατο για να περπατήσει. Έκανε χρέη παραμάνας και έβγαζε περίπατο τα παιδιά του ν' αναπνεύσουν το βραδινό αέρα. Όλοι ντυμένοι με κουρέλια. Αυτά τα τρία πρόσωπα ήταν τρομερά σοβαρά, και αυτά τα έξι μάτια απολάμβαναν ορθάνοιχτα το καινούριο καφενείο με τον ίδιο θαυμασμό, αλλά χρωματισμένο διαφορετικά από κάθε ηλικία.
Τα μάτια του πατέρα έλεγαν: "Τι ωραίο που είναι! τι ωραίο! θα 'λεγε κανείς πως όλο το χρυσάφι του καημένου του κόσμου ήρθε και μαζεύτηκε σ' αυτούς τους τοίχους".
Τα μάτια του μικρού αγοριού: "Τι ωραίο που είναι! τι ωραίο! αλλά είναι ένα σπίτι που μπορούν να μπουν μόνο οι άνθρωποι που δεν είναι σαν και μας".
Όσο για τα μάτια του πιο μικρού, ήταν υπερβολικά μαγεμένα για να εκφράσουν τίποτα άλλο εκτός από μια ηλίθια και βαθιά χαρά.
Οι τραγουδιστές λένε πως η ευχαρίστηση γλυκαίνει την ψυχή και μαλακώνει την καρδιά. Το τραγούδι είχε δίκιο εκείνο το βράδυ σχετικά με μένα. Όχι μονάχα ήμουν συγκινημένος από αυτή την οικογένεια ματιών, αλλά ένιωθα λίγο ντροπιασμένος για τις καράφες μας και για τα ποτήρια μας, πιο μεγάλα από τη δίψα μας. Έριχνα τη ματιά μου στη δική σου, αγάπη μου, για να διαβάσω εκεί τη σκέψη μου βύθιζα μέσα στα τόσο ωραία μάτια σου και τα τόσο παράξενα γλυκά, μέσα στα πράσινα μάτια σου που κατοικεί το Καπρίτσιο και τα εμπνέει η Σελήνη, όταν μου είπες: "Αυτοί εκεί οι άνθρωποι μου είναι ανυπόφοροι, με τα μάτια τους ανοιγμένα διάπλατα σαν πόρτες αμαξιού! Δε θα μπορούσες να παρακαλέσεις τον ιδιοκτήτη του καφενείου να τους διώξει από δω;" Τόσο δύσκολο είναι να συνεννοηθείς, καλέ μου άγγελε, και τόσο είναι αδύνατο να επικοινωνήσεις με τη σκέψη, ακόμα και με ανθρώπους που αγαπάς!



Μπωντλαίρ, 20 πεζά ποιήματα, εκδ. Ίκαρος

27/03/2008

Αρθούρος Ρεμπώ, μια εποχή στην κόλαση





















ΑΝ θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη
γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές καί όλα τα
κρασιά κυλούσαν.
Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα
διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβύσω από το λογικό μου κάθε
ελπίδα ανθρώπινη.
Μ' ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ' όλες
τίς χαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας,
τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ
στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλασα την τρέλλα.
Κι' η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλοιο
του ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά,
λέω ν' αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου
μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Τό κλειδί αυτό είν' η συμπόνοια.
Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.
«Θα μείνεις ύαινα...». ολολύζει ο διάβολος :
και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
«Φτάσε στό θάνατο μ' όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου,
τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα !»
Αχ ! απαύδησα.
Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές.
Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σάς, τους εραστές της απουσίας του
περιγραφικού η διδακτικού ύφους σ' έναν συγγραφέα,
για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από
το σημειωματάριο ένός κολασμένου.

Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην κόλαση, εκδ. "Γνώση"